Επικονδυλίτιδα ή αγκώνας των τεννιστών

Η επικονδυλίτιδα ή όπως είναι περισσότερο γνωστή ως αγκώνας των τενιστών είναι μία παθολογία, που προκαλεί πόνο στην έξω πλευρά του αγκώνα και πάνω από την πορεία των μυών που εκτείνονται τον καρπό και τα δάκτυλα.

Τα συμπτώματα προκαλούνται συχνότερα με έκταση του καρπού υπό αντίσταση με το αντιβράχιο σε πρηνισμό (μια θέση του αντιβραχίου, όπου η παλαμιαία επιφάνεια κοίτα το έδαφος). Οι αιτίες που προκαλούν αυτή την δυσανεξία έχουν διαπιστωθεί ότι είναι απόσπαση ενός από τους μύες που εκτείνουν τον καρπό (βραχύς κερκιδικός εκτείνων τον καρπό) από την εκφύλιση του, στο κόνδυλο του βραχιονίου.

Αυτή η κατάσταση μπορεί να δημιουργεί από
1. 'Αμεσο χτύπημα στον βραχιόνιο κόνδυλο
2. Ξαφνική και έντονη σύσπαση των κερκιδικών εκτείνονταν του καρπού
3. Χρόνια υπέρχρησιμοποίηση των ίδιων μυών

Εκτός από αυτή καθ' αυτή την ευαισθησία στον κόνδυλο του βραχιονίου, ευαισθησία είναι δυνατόν να υπάρχει και στη μάζα των εκτεινόντων στη ραχιαία πλευρά του αντιβραχίου. Η παθολογία αυτή υποδηλώνει πίεση του κερκιδικού νεύρου στο κερκιδικό σωλήνα (radial tunnel syndrome). Eάν υπάρχουν κινητικές διαταραχές όπως είναι η αδυναμία των εκτεινόντων, τότε πρόκειται για σύνδρομο πιέσεως οπισθίου μεσόστεου νεύρου. Ο διαχωρισμός των δύο αυτών συνδρόμων δεν είναι πάντα εφικτός καθώς οφείλονται σε πίεση του κερκιδικού νεύρου σε κοινά συνήθως σημεία που είναι:
1. Ινώδης μπάντα μπροστά από την κεφαλή της κερκίδος
2. Ο θύσανος των αγγείων της παλίνδρομου κερκιδικής αρτηρίας
3. Η τενοντώδης μοίρα του βραχέως κερκιδικού εκτείνοντος τον καρπό
4. Η αψίδα του Frohse

Σημεία και συμπτώματα
H εξέταση του πάσχοντος από επικονδυλίτιδα αγκώνα, συνήθως τεκμηριώνεται με τοπική ευαισθησία στην ψηλάφηση πάνω από τον βραχιόνιο κόνδυλο. Η χαρακτηριστική δυσανεξία μπορεί να αναπαραχθεί με την υπό αντίσταση έκταση του καρπού και τον υπό αντίσταση υπτιασμό του αντιβραχίου. Παράλληλα η πίεση του κερκιδικού νεύρου τεκμηριώνεται με την αναπαραγωγή του πόνου με υπτιασμό του ευρισκόμενου σε έκταση αντιβραχίου ή με την δοκιμασία εκτάσεως του μέσου δακτύλου. Σε ένα ποσοστό των αρρώστων υπάρχει νυκτερινός πόνος.

Αδυναμία των εκτεινόντων οδηγεί στη διάγνωση του συνδρόμου πιέσεως του οπισθίου μεσόστεου νεύρου. Στην περίπτωση αυτή το ηλεκτρομυογράφημα είναι δυνατόν να επιβεβαιώσει τη διάγνωση.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται η αυχενική μοίρα του ασθενούς και ο ώμος του, καθώς είναι δυνατόν να αντανακλάται ο πόνος από παθολογίες στις περιοχές αυτές.

Θεραπεία
Η θεραπεία της επικονδυλίτιδας είναι κατ' αρχήν συντηρητική. Ο περιορισμός των δραστηριοτήτων και η ακινητοποίηση του αγκώνα με τον καρπό σε έκταση, κρίνεται απαραίτητη. Η χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων υποβοηθάει τη μείωση της φλεγμονής στην περιοχή. Εάν υπάρξει βελτίωση των συμπτωμάτων, ένα πρόγραμμα φυσικής αποκατάστασης πρέπει να ακολουθηθεί. Αυτό περιλαμβάνει ασκήσεις διατάσεως των μυών του αντιβραχίου. Η χρήση ειδικού νάρθηκα που καθηλώνει την έκφυση των εκτεινόντων του καρπού βελτιώνει την εικόνα. Επί εμμονής των ενοχλημάτων, τοπική έγχυση κορτιζόνης κρίνεται επιβεβλημένη. Αν και πολλοί άνθρωποι θεωρούν την έγχυση της κορτιζόνης επιβλαβή, αυτό είναι λάθος. Η κορτιζόνη είναι ισχυρό αντιφλεγμονώδες φάρμακο και η τοπική έγχυση μία οι περισσότερες φορές δεν δημιουργεί προβλήματα στον οργανισμό.

Αποτυχία της συντηρητικής αγωγής είναι δυνατόν να υποχρεώσει τον ασθενή στην αλλαγή των δραστηριοτήτων του, ή ακόμα και της εργασίας του. Σε αυτή την περίπτωση έχει θέσει η χειρουργική θεραπεία. Ταυτόχρονα η χειρουργική διάνοιξη κρίνεται απαραίτητη όταν παρουσιάζεται σύνδρομο πιέσεως του κερκιδικού νεύρου.

Οι συνιστώμενες επεμβάσεις ποικίλουν από την απλή απελευθέρωση της εκ φύσεως των εκτεινόντων μέχρι και της πλήρους απελευθερώσεως του κερκιδικού νεύρου. Μετεγχειρητικά ακουλουθείται ένα πρόγραμμα αποκαταστάσεως διάρκειας 2 έως 3 μηνών. Μετά από ένα διάστημα ακινητοποιήσεως 3 εβδομαδών, αρχίζει η κινητοποίηση του αγκώνα και του αντιβραχίου. Επακολουθεί πρόγραμμα διατάσεως των μυών του αντιβραχίου. Σημαντικός παράγοντας για την τελική επιτυχή έκβαση της θεραπείας, είναι η κατάλληλη επιλογή των ασθενών που θα υποβληθούν στην δέουσα θεραπεία.