Αρθρίτιδα της βασικής αρθρώσεως του αντίχειρα

Η "βασική άρθρωση του αντίχειρα" είναι η άρθρωση που βρίσκεται στη βάση του αντίχειρα και αρθρώνει αυτόν με τα οστά του καρπού. Αποτελεί την σημαντικότερη ίσως άρθρωση του χεριού, με πολυαξονική κίνηση και συντελεί στην αυξημένη ικανότητα συλλήψεως. Στη φυσιολογική άρθρωση ο αρθρικός χόνδρος καλύπτει τις αρθρικές επιφάνειες και χρησιμεύει στην ομαλή κίνηση της άρθρωσης. Με την εμφάνιση αρθρίτιδας, επέρχεται καταστροφή του αρθρικού χοντρού, με αποτέλεσμα την εμφάνιση πόνου και δυσκαμψίας.

Η αρθρίτιδα της βασικής άρθρωσης είναι δεύτερη σε συχνότητα στο χέρι. Εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες παρά στους άνδρες και συνηθέστερη ηλικία ενάρξεως της νόσου είναι μετά τα σαράντα χρόνια. Η σαφής μείωση της λειτουργικότητας του χεριού καθιστά τη θεραπεία απαραίτητη.

Αιτιολογία
Τα αίτια που οδηγούν σε καταστροφή της βασικής αρθρώσεως του αντίχειρα είναι:
- τραύμα (κάταγμα βάσεως του α΄μετακαρπίου ή του μείζονος πολυγώνου)
- συγγενείς ή επίκτητος αστάθεια της αρθρώσεως με επακόλουθο την πρόωρη φθορά της
- εκφυλιστικού τύπου φθορά
- ιδιοπαθούς χαρακτήρα όπου η έντονη χρησιμοποίηση επιταχύνει την εγκατάσταση της αρθρίτιδας
- συστηματική φλεγμονώδης υποκείμενη νόσος όπως είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα.

Συμπτώματα - Διάγνωση
Το κύριο σύμπτωμα που εμφανίζεται ως επακόλουθο της νόσου είναι ο πόνος. Στα αρχικά στάδια παρατηρείται μόνο τοπική ευαισθησία στην περιοχή της αρθρώσεως. Αργότερα ο πόνος γίνεται μόνιμος και εμποδίζει τη λειτουργία της πλάκας συλλήψεως, όπως είναι η χρήση του κλειδιού για το άνοιγμα της πόρτας, ενώ υπάρχει αδυναμία σταθερής συγκράτησης αντικειμένων στο χέρι. Οι καιρικές μεταβολές επιδεινώνουν τα ενοχλήματα, ενώ είναι δυνατόν να υπάρχει και νυκτερινός πόνος. Καθώς η νόσος εξελίσσεται εμφανίζεται σοβαρή δυσλειτουργία στη χρήση του χεριού, επακόλουθο της δυσκαμψίας και του πόνου. Σε σοβαρές παραμελημένες περιπτώσεις παρουσιάζεται προσαγωγή του α' μετακαρπίου προς την παλάμη και που οφείλεται στο προοδευτικό υπερξάρθρημα της αρθρώσεως. Αντισταθμιστικά η πρώτη φάλαγγα υπερεκτείνεται, με αποτέλεσμα χαρακτηριστική παραμόρφωση του χεριού (Z-deformity) και περαιτέρω μείωση της λειτουργικότητας του xεριού.

Θεραπεία
Η θεραπεία και η πρώιμη διάγνωση είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες για την αντιμετώπιση της παθολογίας. Ένα ενδαρθρικό κάταγμα στην περιοχή πρέπει να ανατάσσεται ανατομικά (κλειστά ή χειρουργικά), καθώς διαφορετικά είναι βέβαιη η εμφάνιση της μετατραυματικής αρθρίτιδας. Η ύπαρξη αστάθειας στην άρθρωση πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί προληπτικά, καθώς η εξέλιξη της αστάθειας οδηγεί στην αρθρίτιδα. Σε αυτή την περίπτωση αποκαθίστανται χειρουργικά οι σύνδεσμοι της αρθρώσεως που είτε συγγενών είτε μετατραυματικώς είναι χαλαροί. Ευθύς όμως μόλις εμφανιστεί η νόσος, πρέπει να ξεκινήσει θεραπευτική αγωγή. Αυτή περιλαμβάνει ακινητοποίηση της αρθρώσεως με ταυτόχρονη λήψη μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Συχνά, τοπική έγχυση κορτικοειδών κρίνεται αναγκαία. Η εξέλιξη όμως της νόσου δε δύναται να αποφευχθεί, καθώς η οστεαρθρίτιδα είναι εξελικτική νόσος και η καταστροφή του χόνδρου αναπόφευκτη. Έτσι αργά ή γρήγορα η εγκατάσταση γενικευμένης αρθρίτιδας και η καταστροφή της αρθρώσεως θα ακολουθήσουν. Η χειρουργική θεραπεία τότε καλείται να θεραπεύσει τον ασθενή και να αποκαταστήσει την διαταραγμένη λειτουργία του χεριού. Κατά την επέμβαση αφαιρείτε τμήμα ή ολόκληρο το μείζον πολύγωνο και τοποθετούνται μαλακά μόρια (συνήθως ο τένοντας του μακρού παλαμικού) που θα αποτελέσει το έδαφος της αρθρώσεως. Ταυτόχρονα σταθεροποιείται το α' μετακάρπιο με τμήμα γειτονικών τενόντων (συνήθως τμήμα του κερκιδικού καμπτήρα του καρπού ή του μακρού απαγωγού). Μετεγχειρητικά ακολουθείται πρόγραμμα ακινητοποιήσεως για έξι εβδομάδες και στη συνέχεια φυσιοθεραπευτική αγωγή για χρονικό διάστημα περίπου δύο μηνών. Η πλήρης αποκατάσταση της λειτουργικότητας του χεριού αναμένεται να επέλθει σε χρονικό διάστημα πλέον των τριών μηνών.